εφιστώ

εφιστώ
(α) (αόρ. (επέστησα, παθ. αόρ. επεστήθην) μετ. :

εφιστώ την προσοχή — обращать или привлекать внимание;

εφιστωμαι — наступать, наставать


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "εφιστώ" в других словарях:

  • εφιστώ — εφιστώ, επέστησα βλ. πίν. 158 (στην έκφρ. εφιστώ την προσοχή) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εφιστώ — άω φρ. «εφιστώ την προσοχή κάποιου» κάνω κάποιον να προσέξει κάτι, τόν ειδοποιώ για κάτι, επισύρω την προσοχή του για κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἱστῶ ( άω), άλλος τ. τού ἵστημι. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο Ελληνογαλλικόν Λεξικόν τού Άγγελου… …   Dictionary of Greek

  • ἐφιστῶ — ἐφίστημι set pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἐφιστάω pres imperat mp 2nd sg ἐφιστάω pres subj act 1st sg (attic epic ionic) ἐφιστάω pres ind act 1st sg (attic epic ionic) ἐφιστάω pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic) ἐφιστάω pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφίστω — ἐφίστημι set pres imperat mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφίστημι — (ΑΜ ἐφίστημι, Α ιων. τ. ἐπίστημι) διορίζω, τοποθετώ νεοελλ. 1. (αόρ.) επέστην πλησίασα, έφθασα («επέστη η ώρα τής εκδικήσεως») 2. φρ. «εφιστώ την προσοχή κάποιου» σταματώ ή κατευθύνω την προσοχή κάποιου σε κάτι, τόν κάνω να προσέξει μσν. αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • θέτω — (Μ θέτω) 1. τοποθετώ 2. προτείνω, υποβάλλω («θέτω όρους») 3. βάζω κάποιον να ξαπλώσει, τόν βάζω στο κρεβάτι νεοελλ. 1. παραδέχομαι, θεωρώ («τό θέτω ως ζήτημα αρχής») 2. ιδρύω, καθιερώνω («θέτω βραβείο») 3. φρ. α) «θέτω σε ενέργεια» αρχίζω να… …   Dictionary of Greek

  • προεφίστημι — Α εφιστώ την προσοχή, καθιστώ προσεκτικό κάποιον εκ τών προτέρων. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ἐφίστημι «κάνω κάποιον να προσέξει»] …   Dictionary of Greek

  • προλέγω — ΝΜΑ, ενεργ. αόρ. προείπα και προεῑπα ΝΑ, ενεργ αόρ. β προεῑπον Α 1. λέω κάτι προηγουμένως, προαναφέρω (α. «όπως προείπα...» β. «μέμνησθ ἁγὼ προλέγω», Αισχύλ.) 2. λέω κάτι εκ τών προτέρων («μην προλέγεις όταν δεν γνωρίζεις») 3. προφητεύω,… …   Dictionary of Greek

  • προσάγω — ΝΜΑ 1. φέρνω κάποιον ή κάτι κάπου, προσκομίζω («τίς δαίμων τόδε πῆμα προσήγαγε;», Ομ. Οδ.) 2. οδηγώ κάποιον ή κάτι ενώπιον κάποιου και, ιδίως, ενώπιον δικαστηρίου (α. «να προσαχθεί ο κατηγορούμενος» β. «τῷ Κύρῳ προσάγειν τοὺς αἰχμαλώτους», Ξεν. γ …   Dictionary of Greek

  • συνεφίστημι — και συνεφιστάνω Α 1. τοποθετώ φρουρούς ή φύλακες 2. (αμτβ.) (ενν. τὸν νοῦν) παρατηρώ ή προσέχω κάτι μαζί με άλλον 3. μέσ. συνεφίσταμαι α) επιβλέπω κάτι από κοινού με άλλον β) επαναστατώ, εξεγείρομαι μαζί με άλλον γ) υπάρχω μαζί ή ταυτόχρονα με… …   Dictionary of Greek

  • συνιστώ — συνιστῶ, άω, ΝΜΑ, και συστήνω Ν, και συνίστημι ΜΑ, και συνιστάνω Α [ἵστημι / ἱστῶ] 1. ιδρύω, καταρτίζω, συγκροτώ, οργανώνω (α. «συνιστώ επιτροπή» β. «η επιτροπή συνεστήθη με προεδρικό διάταγμα» γ. «συνίστατο τοὺς πρώτους ἀγώνας», Πλούτ.) 2.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»